Μία σημαντική αλλαγή στη φιλοσοφία με την οποία ρυθμίζεται η αμερικανική αγορά αυτοκινήτου φέρνει η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, καθώς οι ΗΠΑ προχωρούν σε σημαντική χαλάρωση των απαιτήσεων για την οικονομία καυσίμου των νέων οχημάτων. Η απόφαση επηρεάζει άμεσα τη στρατηγική των αυτοκινητοβιομηχανιών, οι οποίες αποκτούν μεγαλύτερη ελευθερία να εξελίξουν και να διαθέσουν μοντέλα με υψηλότερη κατανάλωση, ιδιαίτερα σε κατηγορίες όπως τα SUV και τα pickup.
Στο επίκεντρο βρίσκονται τα πρότυπα Corporate Average Fuel Economy, γνωστά ως CAFE, τα οποία καθορίζουν τον μέσο όρο κατανάλωσης που πρέπει να επιτυγχάνει ο στόλος κάθε κατασκευαστή στην αμερικανική αγορά. Με τη νέα ρύθμιση, οι απαιτήσεις μειώνονται αισθητά σε σχέση με το πλαίσιο που είχε διαμορφωθεί τα προηγούμενα χρόνια, περιορίζοντας την πίεση προς τις εταιρείες να επενδύουν αποκλειστικά σε τεχνολογίες που μειώνουν την κατανάλωση καυσίμου.
Η αλλαγή έχει ιδιαίτερη σημασία για την αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία, καθώς η αγορά των ΗΠΑ χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη ζήτηση για μεγάλα SUV, crossover και pickup. Πρόκειται για οχήματα που προσφέρουν αυξημένους χώρους, ισχύ και δυνατότητες ρυμούλκησης, αλλά συνήθως συνοδεύονται και από υψηλότερη κατανάλωση σε σχέση με τα μικρότερα επιβατικά αυτοκίνητα.
Σύμφωνα με τη νέα πολιτική, ο μέσος στόχος οικονομίας καυσίμου για τον στόλο των επιβατικών αυτοκινήτων και ελαφρών φορτηγών θα διαμορφωθεί περίπου στα 34,9 mpg έως το 2031. Η συγκεκριμένη απαίτηση είναι σημαντικά χαμηλότερη από αυτή που προέβλεπε το προηγούμενο κανονιστικό πλαίσιο και, πρακτικά, αφήνει μεγαλύτερο περιθώριο στους κατασκευαστές να διατηρήσουν στην γκάμα τους μοντέλα με συμβατικούς κινητήρες και μεγαλύτερο κυβισμό.

Η αμερικανική κυβέρνηση παρουσιάζει την απόφαση ως μέτρο που μπορεί να περιορίσει το κόστος αγοράς ενός καινούργιου αυτοκινήτου. Το επιχείρημα είναι ότι οι αυστηρότερες απαιτήσεις οικονομίας καυσίμου υποχρεώνουν τους κατασκευαστές να ενσωματώνουν ακριβότερες τεχνολογίες στα οχήματά τους, κόστος το οποίο τελικά μεταφέρεται στον καταναλωτή. Με τη χαλάρωση των κανόνων, οι εταιρείες θα έχουν περισσότερες επιλογές ως προς την τεχνολογία κινητήρων και τον σχεδιασμό των νέων μοντέλων.
Ωστόσο, η άλλη πλευρά της εξίσωσης είναι η κατανάλωση. Όσο χαμηλότερες είναι οι απαιτήσεις οικονομίας καυσίμου, τόσο μεγαλύτερο περιθώριο υπάρχει για την παραγωγή οχημάτων που καταναλώνουν περισσότερη βενζίνη. Αυτό σημαίνει ότι ο οδηγός μπορεί να αντιμετωπίζει χαμηλότερη τιμή αγοράς, αλλά παράλληλα να έχει υψηλότερο κόστος χρήσης κατά τη διάρκεια ζωής του αυτοκινήτου, ανάλογα φυσικά με το μοντέλο και τις τιμές των καυσίμων.
Η νέα πολιτική έρχεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για την παγκόσμια αυτοκινητοβιομηχανία. Οι κατασκευαστές βρίσκονται ήδη στη διαδικασία προσαρμογής σε ένα περιβάλλον όπου τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, τα plug-in υβριδικά και τα υβριδικά συστήματα αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία. Στις ΗΠΑ, όμως, η νέα κατεύθυνση της κυβέρνησης μειώνει την κανονιστική πίεση για ταχεία μετάβαση σε τεχνολογίες χαμηλότερης κατανάλωσης.
Παράλληλα, η απόφαση μπορεί να επηρεάσει και τον παγκόσμιο σχεδιασμό των αυτοκινητοβιομηχανιών. Η αμερικανική αγορά αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αγορές παγκοσμίως και οι επιλογές των κατασκευαστών σε αυτήν συχνά επηρεάζουν τον σχεδιασμό, την παραγωγή και την εμπορική στρατηγική ολόκληρων σειρών μοντέλων.
Έτσι, ενώ η Ουάσιγκτον επιχειρεί να δώσει μεγαλύτερη ελευθερία στους κατασκευαστές και να περιορίσει το κόστος των νέων αυτοκινήτων, η αλλαγή σηματοδοτεί ταυτόχρονα μία διαφορετική προσέγγιση απέναντι στην κατανάλωση καυσίμου.
Οι αμερικανικές αυτοκινητοβιομηχανίες αποκτούν περισσότερο χώρο για μεγάλα και ισχυρά μοντέλα με θερμικούς κινητήρες, την ώρα που η παγκόσμια αγορά συνεχίζει να κινείται προς τον εξηλεκτρισμό.
Το επόμενο διάστημα θα δείξει πώς θα αξιοποιήσουν οι κατασκευαστές τη νέα ελευθερία. Το βέβαιο είναι ότι η αμερικανική αγορά αυτοκινήτου εισέρχεται σε μία νέα φάση, στην οποία η κατανάλωση καυσίμου παύει να αποτελεί τόσο αυστηρό περιορισμό για τον σχεδιασμό των καινούργιων μοντέλων.




